karantouzeni.blogspot.com Για όσους αγαπούν πραγματικά το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι.

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Η αρχή

Το μπουζούκι με μάγεψε με τον ήχο του. Αυτή του η πενιά με τάραξε. Έτσι πήρα απόφαση να βαδίσω προς αυτόν το δρόμο. Ξεκίνησα με τη σκέψη οτι θα έχω έναν ακόμη σύντροφο στη ζωή μου και τώρα,μετά απο ενάμιση χρόνο " τριβής "με το όργανο,βλέπω ότι αποτελεί φίλο που χαίρεται στις χαρές μου και με στηρίζει στις " μαύρες " μου. Δέν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτό. Γυρνώντας απο το σχολείο πιάνω αμέσως το μπουζούκι. Στο μυαλό μου γυρίζουν συνέχεια μουσική και στίχοι,χάνομαι για λίγο-λέμε τώρα-και επιστρέφω. Δεν θεωρώ το μπουζούκι ανώτερο απο τα υπόλοιπα μουσικά όργανα και  το λέω αυτό για να δικαιολογήσω τον ενθουσιασμό μου όταν μιλάω γι΄ αυτό. Η αγάπη μου για το λαικό και ρεμπέτικο τραγούδι έχει ξεκινήσει απο παλιά,τότε έπαιζα κιθάρα και δεν μου είχε έρθει η επιθυμία να ασχοληθώ με το μπουζούκι. Σε ηλικία 12 ετών ξεκινάω να γράφω στίχους κάτι που συνεχίζω  να κάνω μέχρι σήμερα. Πιάνοντας λοιπόν το μπουζούκι θέλησα να δώσω μελωδία σε αυτούς τους στίχους. Έτσι ένιωσα να ενώνονται μέσα μου δύο πράγματα που αγαπώ πολύ. Πολλές φορές σκέφτομαι το μπουζούκι και τη σχέση που θα έχω με αυτό μετα από χρόνια..Δέν ξέρω πως θα το βλέπω αλλά αυτή είναι η μαγεία της ζωής. Εάν γνωρίζαμε τι θα γίνει στο μέλλον τότε η ζωή μας δεν θα είχε νόημα.

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Συλλογή για μπουζούκι - Βιβλίο 2

61 ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΕ ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ, ΤΑΜΠΛΑΤΟΥΡΕΣ, ΣΥΓΧΟΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΣ ΓΙΑ ΟΚΤΑΧΟΡΔΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ :

  • Το παλιό ρολόι
  • Ήταν πέντε ήταν έξι
  • Γαρίφαλο στ' αυτί
  • Υδροχόος
  • Ρόζα 
  • Εσύ είσαι η αιτία 
  • Χίλια περιστέρια 
  • Τι γλυκό να σ' αγαπούν
  • Τα παιδιά της άμυνας 
  • Σαββατόβραδο στην Καισαριανή
  • Οι αισθηματίες
  • Οι νταλίκες 
  • Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα
  • Πεντάμορφη
  • Καρδιά παραπονιάρα
  • Ο κυρ Θάνος πέθανε
  • Τα καβουράκια
  • Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις
  • Κάνε λιγάκι υπομονή
  • Το βαπόρι απ' την Περσία

http://rapidshare.com/files/353912109/Syloggi_gia_bouzouki_2.rar

Συλλογή για μπουζούκι - Βιβλίο 1

56 ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΕ ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ, ΤΑΜΠΛΑΤΟΥΡΕΣ, ΣΥΓΧΟΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΣ ΓΙΑ ΟΚΤΑΧΟΡΔΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ :

  • Το άγαλμα
  • Το τρελοκόριτσο
  •  Περασμένες μου αγάπες
  • Μη μου θυμώνεις μάτια μου
  •  Αφιλότιμη
  •  Ζήλεια μου 
  •  Κάτω απ' το πουκάμισό μου 
  •  Το αγριολούλουδο
  •  Η άμαξα μες στη βροχή
  • Αλήτη μ' είπες μια βραδιά
  •  Αχ ρε παλιομισοφόρια
  • Το δίχτυ
  • Στου Θωμά
  •  Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας
  •  Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ)
  •  Ο μαθητής
  •  Συννεφιασμένη Κυριακή
  •  Γιατί με ξύπνησες πρωί
  •  Κάτσε ν' ακούσεις μια πενιά
  •  Αρχόντισσα

http://rapidshare.com/files/353911607/Syloggi_gia_bouzouki_1.rar

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Του Κώστα Μπαλαχούτη

Είναι η τρίτη φορά στην πορεία του περιοδικού που έχουμε τη χαρά να τον φιλοξενούμε στο εξώφυλλο και να συνομιλούμε μαζί του.
Άλλοτε με μπουζουξήδες, στην παραλία, άλλοτε στο πλευρό του Παναγιώτη Γιαννάκη, και τώρα μαζί με την Πίτσα Παπαδοπούλου. Εμείς επιδιώκουμε πιεστικά να συμπορευόμαστε μαζί του και εκείνος ανταποκρίνεται στα καλέσματά μας. Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο Γιώργος Νταλάρας, σε αντίθεση με τους δύσκολους καιρούς που βιώνουμε σε όλα τα επίπεδα της ζήσης, εξακολουθεί να μας δίνει ισχυρές αφορμές μέσα από την τέχνη του. Μόλις κυκλοφόρησε ο νέος του δίσκος με καινούργια τραγούδια Γι’ Αυτό Υπάρχουνε Οι Φίλοι, ενώ ξεκινά τις ζωντανές του εμφανίσεις έχοντας στο πλευρό του την κυρία Πίτσα Παπαδοπούλου. Μια σύμπραξη που σίγουρα ιντριγκάρει τους φίλους του καλού τραγουδιού και αναμένεται να αφήσει τα δικά της σημάδια στη διασκέδαση. Αλλά και στον δίσκο -πολυσυλλεκτικό από πλευράς δημιουργών, και με μεγάλο εύρος συνθετών και στιχουργών- υπάρχουν τραγούδια με βαριά σκιά.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την Πίτσα Παπαδοπούλου; Γιατί εκείνη και όχι κάποια άλλη για παρτενέρ, και μάλιστα τη δεδομένη χρονική στιγμή;

Έχω μεγάλη χαρά που ξανασυναντιέμαι με την Πίτσα. Όταν πρωτοδουλέψαμε μαζί ήμαστε σχεδόν παιδιά. Όλο αυτό το διάστημα την παρακολουθώ και καλλιτεχνικά και ως άνθρωπο. Η Πίτσα είναι μια ξεχωριστή τραγουδίστρια και πολύ έμπειρη λαϊκή φωνή, με τεράστιες δυνατότητες ερμηνείας, και ακόμα είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος που διατήρησε σε εποχές δύσκολες σπάνιο ήθος. Γίνανε όλα ξαφνικά. Βρέθηκε αυτός ο πολύ ωραίος χώρος, στο ανανεωμένο «Πόλις», με τη βοήθεια του Ηλία Μαρασούλη, ξανασυναντιέμαι με πολύ καλούς συνεργάτες όπως είναι ο Πάνος Παπαδόπουλος και ο Μανώλης Παντελιδάκης, και μετά από πολλά χρόνια κάνω ένα λαϊκό πρόγραμμα, μια και η καινούργια δουλειά έχει λαϊκά τραγούδια, και θέλησα να έχω δίπλα μου μια αυθεντική λαϊκή φωνή. Η Πίτσα ξέρει ότι την αγαπώ και τη σέβομαι και της τη χρώσταγα αυτή τη συνεργασία.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κοινά, αλλά και οι διαφορές, ανάμεσα σε εσάς και την κυρία Παπαδοπούλου;

Νομίζω ότι το κοινό μας είναι οι «ώρες πτήσης» στο λαϊκό τραγούδι, όπως και η αγάπη και η αφοσίωσή μας σε αυτό. Οι διαφορές είναι ότι έχουμε σαφώς άλλο ηχόχρωμα και άλλο ρεπερτόριο, που και αυτό όμως κάνει τη συνέργια και το αποτέλεσμα πιο ενδιαφέρον, γιατί πλουτίζει το πρόγραμμα. Και η άλλη διαφορά είναι ότι εγώ παίζω κυρίως σε συναυλίες. Όμως, αυτή τη φορά -μετά από παρότρυνση φίλων ακροατών- θέλησα να δουλέψω σε μια μουσική σκηνή, σ’ έναν πιο μαζεμένο χώρο, πιο ζεστό, και νομίζω ότι σε αυτό το πρόγραμμα η Πίτσα ως εκλεκτή καλεσμένη έχει κύριο ρόλο.

Με αφορμή αυτή τη συνεργασία θα υπάρξουν εκπλήξεις στο πρόγραμμα του «Πόλις»;

Πρώτα απ’ όλα, σ’ αυτή τη δουλειά, εκτός από την Πίτσα έχω μαζί μου τον εκρηκτικό τραγουδοποιό και μουσικό Μιχάλη Τζουγανάκη, που για το κοινό της Αθήνας μπορεί να είναι μάλλον μια καινούργια συνεργασία. Με τον Μιχάλη, όμως, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε δύο-τρία χρόνια τώρα. Γυρίσαμε μαζί όλη την Ευρώπη, τον εκτιμώ και τον αγαπώ πολύ, έχει ένα απίστευτο ταμπεραμέντο, μου θυμίζει τους μεγάλους κιθαρίστες του φλαμένκο που θαυμάζω. Έχει εξαιρετική αποδοχή από το κοινό. Τους συνεπαίρνει…

O καινούργιος δίσκος θυμίζει -τηρουμένων των αναλογιών του μεγέθους των δημιουργών αλλά και των εποχών- τους Μάηδες, την πρώτη ουσιαστικά τότε προσωπική πολυσυλλεκτική σας δουλειά. Πιστεύετε ότι θα έχει ανάλογη τύχη;

Πόσο χαίρομαι που θυμάστε τα παλιά. Πράγματι, έτσι είναι. Ο δίσκος αυτός έγινε με τη νοοτροπία των Μάηδων. Να σκεφτείτε ότι ηχογραφήσαμε 20 τραγούδια. Το ένα καλύτερο από το άλλο. Δουλέψαμε πολύν καιρό και χαίρομαι που μου δίνετε το βήμα να πω δημόσια ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συνθέτες, στιχουργούς, τους μουσικούς, τους ενορχηστρωτές και τους ηχολήπτες αυτής της δουλειάς. Αλλά και στον εξαίρετο κύριο Γιώργο Μακράκη, που χωρίς υπερβολή έχει προσφέρει τη ζωή του στο λαϊκό τραγούδι. Όσο για την τύχη αυτού του υλικού, δεν μπορώ να την προκαθορίσω. Το ξέρω ότι είναι δύσκολες εποχές για τα τραγούδια, όμως εμείς οι μουσικοί δεν χάνουμε ούτε το κουράγιο μας ούτε την έμπνευσή μας. Είμαστε σαν τους γονείς. Φροντίζουμε τα τραγούδια με αγάπη, βάζουμε τον καλύτερό μας εαυτό για να τα βγάλουμε στον κόσμο. Ε, μετά δεν μας ανήκουν, παίρνουν τον δρόμο τους. Σαν τα παιδιά μας.

Στον δίσκο συνυπάρχουν κλασικά λαϊκά τραγούδια με άλλα του τρέχοντος ραδιοφωνικού τύπου, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν είναι αξιόλογα. Πώς καταλήξατε στην επιλογή των τραγουδιών;

Α! Εδώ θα ρίξετε την ευθύνη στον κύριο Κώστα Γιαννίκο, στον κύριο Μακράκη και στους μουσικούς. Εγώ είχα μαζέψει 30 τραγούδια που τα θεώρησα πολύ καλά και άξια να ακουστούν. Το καθένα στο είδος του, φυσικά. Ηχογράφησα σε πρώτη φάση τα 20 και έκανα «την παραχώρηση» να διαλέξουν τα 15. Έτσι τους το πέρασα δηλαδή, για να βγω από τη δύσκολη θέση. Γιατί εγώ δεν ξεχωρίζω κανένα.

Κάποια τραγούδια είναι γραμμάτια απ’ το χτες (Τριανταφυλλίδης, Χαψιάδης, Ξαρχάκος, Γκάτσος… αλλά και η επανεκτέλεση του Νικολάου). Γιατί εξοφλούνται τώρα και όχι τότε;

Τον ξέρετε τον στίχο «Άνοιξα το συρτάρι μου με τα παλιά τεφτέρια»; Είναι ένα συρτάρι που βάζουμε τραγούδια της καρδιάς. Μεγάλης ή μικρής αξίας• δεν έχει σημασία. Πολύτιμα για ’μένα. Όταν άκουσα αυτή τη μουσική απ’ το Ρεμπέτικο, σ’ ένα τραπέζι με τον Νίκο Γκάτσο και την Αγαθή (Δημητρούκα), τον παρακάλεσα να βάλει λόγια. Με είχε συγκινήσει τόσο πολύ και για άλλη μια φορά ο σπουδαίος Σταύρος Ξαρχάκος με τη μουσική του. Δεν το ξέχασε ο Γκάτσος και μου έκανε το χατίρι, και η Αγαθή είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει τον στίχο. Όσο για το ποντικό τραγούδι του Τριανταφυλλίδη, όταν το άκουσα μάτωσε η ψυχή μου. Και παρακάλεσα τον Λευτεράκη (Χαψιάδη) να μου βάλει λόγια. Το τραγούδι του Νικολάου μού το έφερε ο Γιαννίκος. Μου άρεσε πολύ όταν το άκουσα.

Οι απανωτές δισκογραφικές καταθέσεις σας (προσωπικές αλλά και συμμετοχές) δεν φοβάστε μήπως τελικά δεν βοηθούν στο να αφομοιωθούν τα τραγούδια απ’ τον κόσμο;

Αυτά να τα πείτε στον κύριο Γιαννίκο, που βιάζεται να τα εκδώσει. Εμένα η δουλειά μου είναι να ηχογραφώ όσο είμαι καλά και όσο έχω δύναμη. Η ζωή μου είναι το στούντιο. Το ξέρετε, άλλωστε. Τώρα, ναι, σ’ αυτό έχετε δίκιο. Θα μπορούσαν αυτά να βγαίνουν πιο αραιά. Να σας όμως την αλήθεια; Βαρέθηκα να ασχολούμαι με το πρακτικό κομμάτι της δουλειάς. Κάποτε τα φρόντιζα όλα. Τώρα με ενδιαφέρει μόνο το στούντιο και οι υποχρεώσεις μου αποκλειστικά σαν μουσικός.

Το μετά τού Γιώργου Νταλάρα;

Μα τι μετά και πριν; Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Μουσικοί είμαστε, μουσικοί και τίποτ’ άλλο, και «ζούμε τις μικρές μας ιστορίες», που λένε και οι φίλοι μου ο Χάρης και ο Πάνος.

Πηγή: Περιοδικό ΟΑΣΙΣ

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Αποσπάσματα από την εκπομπή "Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα" με τον Πάρη Μίτσου στο κανάλι 902,αφιερωμένη στον Μανώλη Καραντίνη













Μάρκος Βαμβακάρης (10 Μαΐου 1905 - 8 Φεβρουαρίου 1972)

                                                                    
Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια Καθολικών. Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες και ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε πίπιζα που πολλές φορές από μικρή ηλικία τον συνόδευε ο μικρός Μάρκος παίζοντας νταούλι σε διάφορα πανηγύρια. Για το θρήσκευμά του απέκτησε αργότερα και το παρατσούκλι «Φράγκος».
Σε ηλικία 12 ετών ο Βαμβακάρης έφυγε από τη Σύρο, μετά από μια ζημιά που προξένησε άθελά του και πήγε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον ακολούθησε και η οικογένεια του. Εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα όπως λιμενεργάτης (φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων, στα λεγόμενα καρβουνιάρικα), λούστρος, εφημεριδοπώλης, εργάτης σε κλωστήρια, και περίπου το 1925 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία. Εκείνη την εποχή ο Μάρκος Βαμβακάρης ερωτεύτηκε τρελλά και παντρεύτηκε μια κοπέλα αμφιβόλου ηθικής που την έλεγαν Ζιγκοάλα που ήταν πόρνη στο επάγγελμα.Τότε έμαθε μπουζούκι και άρχισε να γράφει τραγούδια, εντυπωσιάζοντας με την ταχύτητα που έμαθε το όργανο αυτό και με την ικανότητά του, την ευρηματική πενιά του, τη δεξιοτεχνία του και την καταπληκτική στιχογραφία του.
Συμμετείχε μαζί με το Γιώργο Μπάτη, το Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933 με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη o Μάρκος Βαμβακάρης κυκλοφόρησε την πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» («Να 'ρχόσουνα ρε μάγκα μου») ερμηνεύοντάς το ο ίδιος παρ΄ όλο που είχε σοβαρές επιφυλάξεις για την ποιότητα της φωνής του. Η περίοδος λίγο πριν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων το 1935 γράφει και ηχογραφεί τη «Φραγκοσυριανή», το γνωστότερο ίσως τραγούδι του, το οποίο όμως έγινε επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:"Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν..... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου΄χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή."
Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχτηκε ατυχέστατος στο γάμο του με τη Ζιγκοάλα. Τον απατούσε ακόμη και με τον καλύτερό του φίλο, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να την αγαπάει. Αυτό έγινε αιτία να ξεσπάσει άγριος καυγάς μεταξύ αυτού και του μεγάλου του αδελφού. Το διαζύγιο δεν άργησε να εκδοθεί. Όμως και μετά το διαζύγιο η "κυρία" εξακολουθούσε να έχει οικονομικές απαιτήσεις. Αυτό ο Μάρκος Βαμβακάρης το αντιμετώπισε εξ' ίσου προκλητικά ως εξής: Έγραφε τα τραγούδια του ακόμα και αυτοβιογραφικά που τον φωτογράφιζαν ως δημιουργό τους (πχ ο Πολυτεχνίτης)σε ονόματα όπως του Περιστέρη και του Μάτσα καθώς και σε ψευδώνυμα ανύπαρκτων προσώπων (φυσικά εισπράτοντας ο ίδιος τα πνευματικά δικαιώματα). Με αυτόν τον τρόπο κατάφερνε να μειώσει στο ελάχιστο το προσωπικό τεκμαρτό του (όχι το πραγματικό) εισόδημα και η "κυρία" να μην του πάρει τίποτα. Για αυτήν την ιστορία ο Μάρκος έγραψε το αυτοβιογραφικό του τραγούδι «Το διαζύγιο»

Το 1937 συμβιβάζεται με τη λογοκρισία του καθεστώτος Μεταξά και προσαρμόζει τους στίχους του. Ήταν τόσο πολύ δημοφιλής που στη μια από τις τρεις φορές που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και έδωσε συναυλία μαζεύτηκε για να τον ακούσει 50.000 κόσμος, στην πλατεία του Λευκού Πύργου. Γι αυτό γράφει το τραγούδι "Το 1912" στο οποίο υμνεί τη Θεσσαλονίκη ενώ παραδόξως ως τότε δεν είχε κάνει ούτε μια αναφορά σε κάποιο τραγούδι του για τον Πειραιά, την πόλη που ζούσε και δημιουργούσε. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ερμηνεύει τραγούδια δικά του και του Σπύρου Περιστέρη με στίχους προσαρμοσμένους στο δοξασμένο ελληνοϊταλικό έπος (Γειά σας φανταράκια μας, Το όνειρο του Μπενίτο κ.α.)
Κατά τη διάρκεια των δύσκολων ετών της γερμανικής κατοχής πέθαναν οι μεγάλοι (και ασυμβίβαστοι) στηλοβάτες της ελληνικής ρεμπέτικης μουσικής Παναγιώτης Τούντας, Κώστας Σκαρβέλης, Γιοβάν Τσαούς, Βαγγέλης Παπάζογλου ο στενός συνεργάτης του Ανέστης Δελιάς και ο ερμηνευτής με τη συγκλονιστική φωνή Γιώργος Κάβουρας για τον οποίο ο Μάρκος Βαμβακάρης συνέθεσε το ομώνυμο τραγούδι. Ο Μάρκος Βαμβακάρης καταφέρνει και επιβιώνει. Το 1942 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την Ευαγγελία με την οποία απέχτησε 5 παιδιά εκ των οποίων 2 πέθαναν και από τ΄ άλλα τρία τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο οι δύο τελευταίοι έγιναν γνωστοί μουσικοί.
Όμως ο θάνατος των παραπάνω μουσικών δεν έμελλε να αφήσει ανεπηρέαστη την πορεία του Μάρκου Βαμβακάρη. Έτσι μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959 περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνάνε σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται «ξεπερασμένος». Oι κατευθύνοντες τη κοινή γνώμη με πρωτοστάτες τον Απόστολο Καλδάρα, το Στέλιο Χρυσίνη και άλλους ήθελαν να δώσουν στο Ελληνικό Τραγούδι το Ινδικό Στυλ κάτι τελείως ξένο με το στυλ του Μάρκου Βαμβακάρη. Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα του αρνούνται τη συνεργασία. Περνάει σοβαρές περιπέτειες με την υγεία του (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα κάτι που τον δυσκολεύει να παίζει το μπουζούκι) και την οικονομική του κατάσταση (έφτασε στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης) ενώ αφορίζεται από την Καθολική Εκκλησία γιατί παντρεύτηκε δεύτερη φορά (με ορθόδοξο γάμο) (ο αφορισμός ήρθη το 1966). Ο Μάρκος Βαμβακάρης ξανακαταφέρνει και επιβιώνει αλλά και αποκαθιστά το πρόβλημα υγείας με ιαματικά λουτρά στην Ικαρία. Το 1954 (ξεχασμένος από τους περισσότερους) επισκέφτηκε τη Σύρο όπου έμεινε για ένα έτος και γνωρίζει την αποθέωση από τον κόσμο της Σύρου που δεν τον ξεχνά. Παίζει και τραγουδάει στην Ταβέρνα του Λιλή, στην Άνω Σύρο όπου γίνεται το αδιαχώρητο.
Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο.

Αναγνωρίζεται σαν η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του ρεμπέτικου τραγουδιού με μπουζούκι.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που δημιούργησε σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο γιός του Μάρκου Βαμβακάρη, ο Δομένικος, σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάσθηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδα της κηδείας.


                                                                                                                                    Πηγή: Βικιπαίδεια